ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩ

                 

ΚΑΝΤΑΔΑ: ( Νυχτερινό τραγούδι με συννοδεία κιθάρας)

    Καντάδα μπορεί να την περιγράψει κανείς σαν Σερενάτα της Μεσαίας τάξης.
Πιθανότητα να ήρθε στην Ελλάδα γύρo στα 1863 όταν ενώθηκε η Ηπειρωτική 
Ελλάδα με τα Επτάνησα.

    Αυτού του είδους τα τραγούδια, ήταν πολύ δημοφιλή στην Κέρκυρα και στην Κεφαλονιά. Περίπου μέχρι το 1940 και πριν από το δεύτεο παγκόσμιο πόλεμο, ήταν συνήθεια για τους νέους άνδρες να περιπατούν στης γειτονιές με φεγγαράδα και να τραγουδούν στα κορίτσια. Η Καντάδα, είναι μελωδική κι ευχάριστη. Τα τραγούδια αντηχούσαν πάντα με το ίδιο θέμα: αγάπη, λουλούδια, φυσική ομορφιά, τη θάλασσα και την ομορφιά της ζωής. Πολύ σπάνια ανέφεραν αρρώστιες θάνατο ή διαμάχη για τη ζωή.

    Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η διάθεση του κόσμου άλλαξε. Η Καντάδα, ξαφνικά έγινε κάτι που ανήκε στο παρελθόν. Μαζί με την καντάδα, έφυγε και η αθωότητα του ερωτικόυ καλέσματος, με μουσική κάτω από τον αστρόφωτο ουρανό. Στις ταβέρνες, υπήρχαν ακόμη μερικά απομείνάρια Καντάδας, αλλά με πολύ λίγους κιθαρίστες, που έπαιζαν στις παρέες. Ακόμη και σ’αυτές τις ταβέρνες άρχισε να ζητείται μουσική, που ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. ’Ετσι, η πολιτιστική τέχνη της Καντάδας, άρχισε να ξεχνιέται επαγγελματικός. Με την πάροδο του χρόνου όμως, αρκετοί καλλιτέχνες, προσπάθησαν να αναβιώσουν την καντάδα, αλλά με πολύ λίγη επιτυχία. Η δημοτικότητα της Καντάδας, δεν έφθασε ποτέ στο ύψος που είχε φθάσει κάποτε. Πρόσφατα όμως, η Καντάδα αρχίζει να επανέρχεται. Πολλοί πολιτιστικοί όμιλοι, εκκλησιαστικές χορωδίες και ακόμη μοντέρνες ταβέρνες, βάζουν καντάδες στο καλλιτεχνικό τους πρόγραμμα, ανακαλύπτοντας έτσι καινούριες ρίζες από την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Οι επόμενοι στίχοι είναι παραδείγματα από λαϊκές καντάδες που έχουν επιζήσει για χρόνια:

ΑΠΟΨΕ ΤΗΝ ΚΙΘΑΡΑ ΜΟΥ

Απόψε την κιθάρα μου
τη στόλισα κορδέλλες,
και στους δρόμους περπατώ
για τσ’όμορφες κοπέλλες.

Απόψε να μην κοιμηθείς
παρά να καρτερέψεις
ν’ακούσεις την κιθάρα μου
και έπειτα να πέσεις.

Για σε τα γιούλια τάκοψα
για σε και τ’άλλα τ’άνθη
απόψε σ’ ονειρεύτηκα
κι ο ύπνος μου εχάθει.

 

        ΤΟ ΓΕΛΕΚΑΚΙ

Το γελεκάκι που φορείς
εγώ στο ’χω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
τόχω φοδράρισμένο

’Αντε το μαλώνω το μαλώνω
άντε κ’ύστερα το μετανοιώνω
άντε το μαλώνω και το βρίζω
άντε την καρδουλα του ραγίζω

Φόρατο μωρό μου, φόρατο μικρό μου
γιατί δε θα το ξαναφορέσεις άλλο πια
Φόρατα για νάσαι, για να με θυμάσαι
για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά.

 

ΡΕΜΒΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ( Μάγγικα τραγουδια)

       

    (1800-1900) Τα Σμυρνέϊκα τραγούδια, είναι, καθαρά Μικρασιατική επιρροή και παίζονται με σαντούρι, βιολί, κιθάρα, ούτι και ταμπουρά. ’Εχουν επίσης επιρροή, καθαρά Αραβική και Τουρκική. Οι πρόσφυγες, που ήρθαν στην Ελλάδα από τη Σσύρνη, έφεραν μαζί τους ένα είδος διασκέδασης τον Καφέ-Αμάν. Οι Ρουμάνοι μουσικοί, έπαιζαν το σαντούρι και την άρπα. Το κλαρίνο, ήταν πολύ δημοφιλές όργανο και παιζόταν από Τσιγγάνους...........

(1922-1932) Τα Ρεμπέτικα τραγούδια, δημιουργούνται από μια νέα κοινωνική τάξη, τους «Ρεμπέτες» . Οι ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες ’Ελληνες της Μικράς Ασίας,άνεργοι, άστεγοι και χωρις τίποτε, προσπαθούν να δημιουργηθούν στη Μητέρα Πατρίδα. Τα Ρεμπέτικα τραγούδια, είναι βγαλμένα από την καρδιά αυτών, που είχαν πληγωθεί και εκτοπισθεί από την πατρίδα τους και δυσκολευόταν ν’ανταπεξέλθουν στο καινουριο τους περιβάλλον. Αυτά τα τραγούδια, περιγράφουν συνήθως την κοινωνική τους ζωή. Εκφράζουν και δίνουν μεγάλα παραδείγματα της κοινωνίας, συνθήκες ζωής, σπιτιού και οικογένειας. Τα Ρεμπέτικα τραγούδια, έχουν μια ασυνήθιστη κλασσική απλότητα και αγγίζουν τις καρδιές των ανθρώπων, που προσπαθούν ν’αναγνωριστούν στο νέο τους περιβάλλον. Αυτή ήταν η χρυσή εποχή με τους πιο διάσημους συνθέτες του Ρεμπέτικου τραγουδιού όπως: Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Τούντας Μπαγιαντέρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και πολλοί άλλοι. Οι παίχτες του μπουζουκιου (Μπουζουκτζήδες) ήταν οι ίδιοι συνθέτες, τραγουδιστές και εκτελεστές του ρεμπέτικου τραγουδιού. Με την αλλαγή των συνθηκών της ζωής άρχισε να αλλάζει και η μουσική......

(1932-1940) Το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, γίνονται τα πιο δημοφιλή όργανα. Ο τεκές η σημερινή ταβέρνα, ήταν ο τόπος διασκέδασης. Παλαιότερα, η ταβέρνα ήταν το μέρος που συναντιόταν μόνο άνδρες, χωρίς μουσική. Δεν είχε κουρτίνες, αλλά πολλές φορές ούτε και παράθυρα. Είχε απλές ψάθινες καρέκλες, μικρά ξύλινα τραπέζια και ένα νεροχύτη. Οι άνδρες πήγαιναν σητν ταβέρνα να συζητήσουν πολιτικά και άλλα κοινονικά προβλήματα. Μετα, το «πατάρι» προστίθεται στην ταβέρνα και δημιουργεί καινούρια ενδιαφέροντα. Οι μπουζουκζήδες επιτρέποταν να τρώνε και να πίνουν όταν έπαιζαν. Στα Ρεμπέτικα τραγούδια, ταβερνιάρης ή κάπελας αναφέρονται σε πολλά τραγούδια. Ο ταβερνιάρης, είναι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας και ο κάπελας, είναι αυτός που σερβίρει το κρασί. Αν και πολλές αλλαγές άρχισαν να γίνονται στις ταβέρνες, πέρασαν πολλές δεκαετίες, έως ότου οι γυναίκες να λάβουν μέρος αυτής της καθαρά ανδρικής κοινωνίας.

                                  
 

ΛΑΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (Τραγούδια του λαού)

    Λαϊκό μεταφρασμένο στην Αγγλική σημαίνει Popular. Μία άλλη έννοια θα μπορούσε να είναι «Διάθεση της εργατικής τάξης» ότι προέρχεται απ’το λαό. Τα λαϊκά τραγούδια άρχισαν από το 1950 μέχρι και σήμερα. Τα λαϊκά τραγούδια είναι, μελαγχολικά, ενάρετα, ευγενικά και συγκινητικά.

(1940-1952) Είναι τα χρόνια που ο Τσιτσάνης μας έδωσε τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις του. Είναι τα δύσκολα χρόνια του πολέμου, της πείνας, του φόβου και τών εκτελέσεων. Το ρεμπέτικο τραγούδι, δεν αγνόησε αυτά τα χρόνια, ήταν απλώς πολύ, γρήγορα για να τα εκφράσει με στίχους και μουσική. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ήταν ο μουσικός μάγος αυτών των χρόνων, που άλλαξε το ρεμπέτικο τραγούδι σε λαϊκό Από το 1950 μέχρι και σήμερα, τα λαϊκά τραγούδια είναι ευαίσθητα μελωδικά στολίδια, που εκφράζουν τις ανάγκες της λαϊκής εργαρικής τάξης. Το μπουζούκι, η κιθάρα, το συνθασάϊζερ, ακορντεόν, τα τύμπανα και η σημερινή τεχνολογία μπορούν να εφαρμοστούν σ’αυτά τα τραγούδια. Απο το 1950 μέχρι και σήμερα, η ταβέρνα πήρε τη θέση της στην Ελληνική κοινωνία και πολιτισμό. ’Εγινε μέρος της γειτονιάς, όπου κανείς μπορεί να βρει καλό φαγητό, ευχάριστη μουσική, και ένα απλό περιβάλλον για ξεκούραση και συνάντηση φίλων.

   

 Lena Dana and Spiros Skordilis 
1974 in Appolo 14 Chicago, Ill. USA