O SPUROS SKORDILHS

     MILAEI  GIA  THN  ISTORIA  TOU MPOUZOUKIOU

 

                   

       Ο ατέλειωτος διακεκομμένος ήχος του Μπυζουκιού, μαγεύει τους ακροατές του. Το μπουζούκι, είναι απόγονος αρχαίον ελληνικών και ανατολικών οργάνων. Το μπουζούκι, ήταν γνωστό σε προ-Ελληνικούς πολιτισμούς, όπως στην Αίγυπτο, Ασσυρία και Κίνα. Το μουσικό αυτό όργανο μπουζούκι, μοιάζει με το Λαούτο. Το μπουζούκι, βρέθηκε επίσης σε τοιχογραφίες της Βυζαντινής εποχής. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, το μπουζούκι ήταν γνωστό ως Θαμπουρά ή Ταμπουρά. Το μπουζούκι, επανεισήλθε στην Ελλάδα από πρόσφηγες της Μικράς Ασίας και Τούρκους στις αρχές του 1900.
    Το τρίχορδο μπουζούκι, έχει τρία ζευγάρια χορδών και κάθε ζευγάρι κουρδίζεται το ίδιο. Κουρδίζεται σε ¨Ρε¨, ¨Λα¨, ¨Ρε¨, (Ρ,Λ,Ρ,). Οι πρώτες χορδές (ρε) είναι η βάση για τη μελωδία, ενώ χορδές (λα) και οι δεύτερες χορδές (ρε) χρησιμοποιούνται για να παίζουμε (συγχορδίες
                   κοπανιαμέντα. Η πρώτη κάτω χορδή (ρε) είναι γνωστή ως Καντίνι. Ο ήχος της πάνω χορδής (ρe είναι γνωστός ως Μπουργάνα. Τις παλαιότερες μέρες, το μπουζούκι κουρδιζόταν να συνοδεύει τα διάφορα είδη τραγουδιών που έπαιζαν. Αυτό το είδος κουρδίσματος, λεγόταν Ντουζένι και είναι βασική προετοιμασία για παίξιμο.
    Το Μπουζούκι, παίζεται με πένα, αλλά παλαιότερα παιζόταν με φτερό, ή ένα κομμάτι ξύλο πελεκητό από κερασιά. Αυτό βοηθάει στο να δημιουργεί το διακριτικό ήχο στο παίξιμο του μπουζουκιού.
   Στην αρχή του 20του αιώνα, οι «Ρεμπέτες» έπαιζαν το μπουζούκι και το μπαγλαμά. Αργότερα, πρόσθεσαν την κιθάρα, για συνοδεία. Ο μπαγλαμας, είναι ένα μπουζούκι εν σμικρογραφία (πολύ μικρό μπουζουκάκι).
   Ο Μπαγλαμάς, κουρδίζεται (ρε, λα, ρε) ακριβώς όπως το τρίχορδο μπουζούκι. Ο μπαγλαμάς,
είναι ένα εύκολο όργανο για μεταφορά, γιατί έχει μικρό μέγεθος. Σήμερα ο μπαγλαμάς
χρησιμοποιείται για να δώσει χρώμα, ακρίβεια, διακριτικότητα στον παλόμενο ήχο στη σύνθεση.

    Το 1950, εμφανίζεται το μπουζούκι με τα τέσσερα ζευγάρια χορδών (τετράχορδο). Το τρίχορδο μπουζούκι, περιόριζε τους μουσικούς να παίξουν μόνο ρεμπέτικα τραγούδια. Το τετράχορδο μπουζούκι, έδωσε καινούριες διαστάσεις και ικανότητες. Το νέο μπουζούκι που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του πενήντα, ονομάστηκε τετράχορδο.
 
  Το τετράχορδο μπουζούκι έχει τέσσαρα ζεύγη χορδών που κουρδιζονται (ρε,λα,φα,ντο). Τα κοπανιαμέντα, (οι συγχορδίες) που παίζονται στο μπουζούκι, είναι τα ίδια όπως και στην κιθάρα. ’Ενα διακριτικό χαρακτηριστικό του μπουζουκιού είναι το ταξίμ.

Πολλά ρεμπέτικα τραγούδια αρχίζουν με ένα ταξίμ. Το ταξίμ διαφέρει από τις πενιές, το ρυθμό και την απαραίτητη αξία του τραγουδιού. Το ταξίμ απαιτεί μουσικό που να μπορεί να αυτοσχεδιάζει. Ο παίχτης, θα πρέπει επίσης να ξέρει να δίνει τον εαυτό του, σ’αυτό τον τύπο του αυτοσχεδιασμού. Για να μπορέσει ο μουσικός να αυτοσχεδιάσει το ταξίμ σωστά, θα πρέπει να γνωρίζει τους διαφορετικούς δρόμους. Το να γνωρίζει κανείς τους τόνους του Μινόρε και Ματζόρε, δεν είναι αρκετά, για να παίξει το ταξίμ σωστά. Για παράδειγμα, εάν θέλουμε να παίξουμε ένα ταξίμ σε τόνο Μινόρε, πρέπει να ξέρουμε το δρόμο. Εάν ο δρόμος αίναι «Νιαβέντh» το ταξίμ θα είναι ακόμη σε τόνο Μινόρε, με διαφορετικό χαρακτηριστικό στο παίξιμο. «Ουσάκ», είναι άλλος τόνος Μινόρε, με διαφορετικά χαρακτηριστικά στο παίξιμο. Εάν παίξουμε σε τόνο Ματζόρε, τότε θα πρέπει να διαλέξουμε άλλο δρόμο κατάλληλο γι αυτο. Χιτζάζ, Χιτζασιάρ, Χουσάμ, είναι δρόμοι, που ακολουθούμε στο μπουζούκι όταν παίζουμε. ’Ενας καλός τρόπος, να μάθει κανείς ταξίμ, είναι να ακούει τα τραγούδια που έχουν αυτοσχεδιασμούς, να ξεχωρίζει το δρόμο και το χαρακτηριστικό του παιξίματος του ταξίμ.
   
    Το 1960 η Ελληνική μουσική, κέρδισε παγκόσμια αναγνώριση. Το τραγούδι «Ποτέ την Κυριακή» ήταν το αποκορύφωμα του γεγονότος, ότι οι ’Ελληνες είχαν κάτι καινούργιο να προσφέρουν, σ’ αυτούς που είχαν ανατραφεί με τη Γαλλική, Ιταλική και Ισπανική λαϊκή μουσική.

    Ο Ελληνικός ήχος, το μπουζούκι και οι πολύχρωμοι ζωηροί και ασυνήθιστοι ρυθμοί, γρήγορα τράβηξαν την προσοχή και την αρέσκεια των φιλόμουσων οπαδών του κόσμου. Μολονότι το μπουζούκι ήταν και είναι το κύριο και πρωταρχικό όργανο στα «ρεμπετικα» και «λαϊκά» τραγούδια δεν σταματά εκεί. Με λίγη φαντασία και τολμηρές συνθέσεις, μπορούν να παραχθούν ασυνήθιστοι δημιουργικοί ήχοι.